Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Σημερα σκοτωσα μια πασχαλιτσα.Καταλαθος.Ηθελα να την ανεβασω στο χερι μου.Παει η πασχαλιτσα.Τωρα;
...Γαμημενο καρμα...

Τρίτη 19 Μαΐου 2009

16 Κ.Γωγου, Ιδιωνυμο

Αν καμια φορα με πιάσεις να λεω ψεματα
-σταματα να σου πω-
Ειναι τωρα που δεν μπορω να ξεχωρισω πια
και μπερδευω που σταματαει τ' ονειρο
και που αρχιζει η αληθεια...

Κυριακή 17 Μαΐου 2009

"πεθαίνω σα χώρα", Δημήτρης Δημητριάδης

(…) «Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μας ένωσε νύχτες και νύχτες... και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μέσα στις φλέβες μας... τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε... διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές... τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων... Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη... να είναι τόσο απύθμενη... να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της. Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλά αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα και αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θά ‘χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τά ‘φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δε μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μού ‘ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και νά ‘μαι. Μια γυναίκα... δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της... που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα... ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω νά ‘μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θά ‘θελα να ζήσω, θά ‘θελα να μπορούσα να ζήσω, θά ‘μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω... όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή. Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τά ‘χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θά ‘τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μού ‘χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει από τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μού ‘χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγάντιος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει, κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων... κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου τον ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της... η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της... Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε... όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή... Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή... Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει... δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας... Το παλιογύναικο. Ένα θά ‘θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω. Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιόν ν’ αρχίσω και σε ποιόν να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή... αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη... με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες... Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων και ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις μωρή, μας στραγγαλίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, την γκαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακοχρόνο νά ‘χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια... Δεν είμαι πια γυναίκα... Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας... Μας τα πήρε όλ’ αυτή... Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είν’ αυτή όταν δε θά ‘χει μείνει τίποτ’ από μας;... Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου... Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της... Έχω μέσα μου τη μοίρα της... Πεθαίνω σα χώρα...» (...)

Παρασκευή 15 Μαΐου 2009

ΟΙ ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι,
οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι
σκύβοντας μαζί
κεφαλοκαύκι γεμισμένο άχυρο. Aλίμονο!
οι στεγνές φωνές μας όταν
ψιθυρίζουμε μαζί
είναι ήσυχες κι ανόητες
σαν άνεμος σε ξερό χορτάρι
ή πόδια ποντικών σε σπασμένο γυαλί
στο ξερό μας κελάρι

σχήμα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα,
παραλυμένη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση

αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται -αν καθόλου μας θυμούνται-
σαν κούφιους ανθρώπους
σα βαλσαμωμένους

μάτια δεν τολμώ να δω στα όνειρα
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
αυτά δεν εμφανίζονται εκεί:
τα μάτια είναι
ηλιόφως σε μια σπασμένη κολώνα
εκεί, είναι ένα δέντρο χορεύοντας
και φωνές
στου ανέμου το τραγούδισμα
πιο μακρινές και πιο τελεστικές
από ένα μαραμένο αστέρι

ας είμαι όχι πιο κοντά
στου θανάτου το ονειρικό βασίλειο
ας φορέσω επίσης
τις μεταμφιέσεις
αρουραίου τρίχωμα, κοράκου δέρμα, κουρελούδες
σ' έναν αγρό
φερόμενος όπως φέρεται ο άνεμος
όχι πιο κοντά

όχι αυτή την τελική συνάντηση
στου λυκόφωτος το βασίλειο

αυτή είναι η νεκρή χώρα
αυτή είναι του κάκτου η χώρα
εδώ τα πέτρινα είδωλα
σηκώνονται, εδώ λαμβάνουν
την ικεσία ενός χεριού νεκρού ανθρώπου
κάτω απ' το σπίθισμα σβησμένου άστρου

αυτό είναι σαν αυτό
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
ξυπνώντας μόνοι
την ώρα που είμαστε
τρέμοντας με τρυφερότητα
χείλη που θα φιλούσαν
κάνουν προσευχές σε τσακισμένες πέτρες

αόμματοι
αν δεν τα μάτια μας ξαναφανούν
όπως το αέναο άστρο
του πολύφυλλου ρόδου
στου θανάτου το λυκοφωτικό βασίλειο
η ελπίδα μόνο
των κενών ανθρώπων
των άδειων ανθρώπων

μεταξύ ιδέας
και πραγματικότητας
μεταξύ κίνησης
και δράσης
πέφτει η σκιά

μεταξύ αντίληψης
και δημιουργίας
πέφτει η σκιά

η ζωή είναι πολύ μακριά

μεταξύ πόθου
και σπασμού
μεταξύ δύναμης
και ύπαρξης
μεταξύ ουσίας
και πτώσης
πέφτει η σκιά
γιατί δικό σου είναι το βασίλειο

γιατί δική σου είναι η ζωή
γιατί η ζωή σου είναι δική σου
δική σου

αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
όχι μ' ένα πάταγο αλλά μ' ένα λυγμό

(Τ. Έλιοτ, 1925)

(ωχρα σπειροχαίτη)

Πίσω στους στίχους

Πέμπτη 14 Μαΐου 2009

τι παει να πει "ημερώσει";

"...Τότε είναι που παρουσιάστηκε η αλεπού.
-Καλημέρα, είπε η αλεπού.
-Καλημέρα,αποκρίθηκε ευγενικά ο μικρός πρίγκηπας και γύρισε, μα δεν είδε τίποτα.
-Εδώ ειμαι, είπε η φωνή, κάτω απ' τη μηλιά...
-Ποια είσαι; είπε ο μικρός πρίγκηπας. Μου φαίνεσαι πολύ όμορφη...
-Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.
-Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκηπας. Είμαι τόσο λυπημένος...
- Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπου. Δεν μ έχουν ημερώσει.
-Α! Με συγχωρείς, έκανε ο μικρός πρίγκηπας.
Το σκέφτηκε όμως και πρόσθεσε: Τι πάει να πει "ημερώσει"..." Antoin de Saint Exupery, "Ο μικρός πρίγκηπας".

Αυτή η τελευταία φράση σ΄αυτό το απόσπασμα μ έχει προβληματίσει πολύ κατα διαστήματα.
Αλήθεια, τι πάει να πει "ημερώσει" και γιατι, αν ο συγγραφέας έχει δίκιο για το πόσο όμορφα νιώθεις όταν "ημερώνεσαι", τότε γιατι εμείς οι άνθρωποι το αποφεύγουμε και το φοβόμαστε τόσο πολυ;